νύξ

ἡ νύξ, νυκτός ночь (ср. лат. nox, noctis)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "νύξ" в других словарях:

  • Νύξ — night fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νυξ — Μυθολογικό πρόσωπο. Προσωποποίηση της νύχτας, ο Όμηρος την παριστάνει σαν μια δυνατή θεά που την τιμά ο Ζευς και η οποια αποκαλείται και δμήτρια, (= δαμάστρια των ανθρώπων) και αμβροσίη (= που αναζωογονεί τους ανθρώπους με τον ύπνο). Ο Ησίοδος… …   Dictionary of Greek

  • Νύξ' — Νυξί , Νύξ night fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νύξ' — νύξι , νύξις pricking fem voc sg νύξαι , νύσσω touch with a sharp point aor imperat mid 2nd sg νύξαι , νύσσω touch with a sharp point aor inf act νύξα , νύσσω touch with a sharp point aor ind act 1st sg (homeric ionic) νύξε , νύσσω touch with a… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμφιλύκη νύξ — ἀμφιλύκη νύξ, η (Α) 1. το μεταξύ νύκτας και ημέρας αμυδρό φως, το λυκαυγές, τα χαράματα 2. λυκόφως, σούρουπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι * + *λύκη] …   Dictionary of Greek

  • Νυκτοῖν — Νύξ night fem gen/dat dual Νυκτεύς masc gen/dat dual (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νυκτοῖν — νύξ night fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Νυκτί — Νύξ night fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Νυκτῶν — Νύξ night fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Νυκτός — Νύξ night fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Νυξί — Νύξ night fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.